30.10.07

για την καταγωγη του Αγγλου ΥΠΕΞ


...Ο Ραλφ Μίλιμπαντ υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους μαρξιστές διανοούμενους της μεταπολεμικής περιόδου με μεγάλη συμβολή τόσο στον τομέα της θεωρίας όσο και της πολιτικής πράξης. Ο Ραλφ Μίλιμπαντ πέθανε το 1994. Δυστυχώς η Ιστορία του έπαιξε ένα περίεργο παιχνίδι. Ο Ραλφ Μίλιμπαντ αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος του έργου του για να αποδείξει ότι το Εργατικό Κόμμα πάντα πρόδιδε την εργατική τάξη και τώρα οι γιοι του, Ντέηβιντ (υπουργός στις κυβερνήσεις Μπλαιρ και Μπράουν) και Εντ (επικεφαλής της Επιτροπής Σοφών για την Οικονομία) αποδεικνύουν ότι η θεωρία του πατέρα τους ήταν σωστή.

19.8.07

ΠΡΟΣ ΛΗΨΗ Απνευστι

Το βρηκα στο proslipsis.gr και μ'αρεσε, στην αρχη ειπα να ψαξω να βρω ποιος ειναι αυτος ο Ανδρεας Παναγιωτοπουλος, επειτα σκεφτηκα πως δεν εχει σημασια ποιος γραφει αλλα ΤΙ γραφει...



...Του ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ
Πρώτα σου είπαν να σπουδάσεις μέχρι τα τριάντα σου, μετά σε βάλαν σε εργασιακή καραντίνα για δυό τρία χρονάκια και όταν πάτησες τα σαράντα και έστρωσες στη δουλειά σου σε μετέτρεψαν σε... ευέλικτο εργαζόμενο, σε ενέταξαν σε ελαστικά ωράρια, σου μείωσαν και τις αποδοχές, αφού πρώτα με τον τρόπο τους σε προειδοποίησαν "αν γουστάρεις", που θα γούσταρες γιατί εκεί στα σαράντα και κάτι η αγορά εργασίας σε θεωρεί ήδη ασύμφορο και... δεν σου κολλάει τα ένσημα, οπότε καλό είναι και το "ελαστικό" αρκεί να βρεις και μια δεύτερη δουλίτσα να βγαίνει το παντεσπάνι και αφού κάνεις ταμείο με τις υποχρεώσεις σου να βιοπορίζεσαι, στριμώχνοντας τις επιθυμίες σου σε κάτι ψιλοευρώ που σου απομένουν, ευνουχίζοντας τις απολαύσεις, και χωρίς απολαύσεις τι είναι η ζωή, που είπε και ο Σελίν, ατελείωτο άγχος ανάμεσα στα ωράρια των δύο μεροκάματων και μια συνεχής υποχρέωση, ανελαστική, μέσα σε "ελαστικά" ωράρια εργασίας, καθότι "ευέλικτος" εργαζόμενος, δηλαδή προσαρμοσμένος στην απληστία του κεφαλαίου που σου λέει "πρέπει νάχουμε κοινωνική ειρήνη, πάρε εσύ λίγα, άλλα τόσα ο άλλος και όλα εμείς που κινούμε τα γρανάζια και φροντίζουμε να μένει η ανεργία σε ελεγχόμενα επίπεδα και να πηγαίνει η ζωή μπροστά...", οπότε τι άλλο σου μένει να κάνεις από το να κάτσεις στα αυγά σου και να νοιώθεις και ευτυχισμένος που έχεις δύο δουλίτσες, τη στιγμή που ο διπλανός σου δεν έχει καμία και εκλιπαρεί έστω και για κάποια "ευέλικτη", "ελαστική" και κακοπληρωμένη, καθότι, βλέπεις, η ανάπτυξη δεν μείωσε τους δείκτες, τα λεφτά πήγαν αλλού, ίσως μέσω off shore στη Χονολουλού, αλλά εσύ μένεις εδώ να βιώνεις επιπλέον και τον πόλεμο με τους συναδέλφους σου που μέρα με τη μέρα γίνεται περισσότερο απηνής και αδηφάγος, καταστροφικός, σκέτος τρομοκράτης, αφού -τι ειρωνία- προχθές είχαμε την ημέρα κατά του...άγχους στην εργασία, αλλά με τόσο τρέξιμο μην σε "φάει" ο άλλος, δεν κατάλαβες τίποτα, σου φτάνουν οι έγνοιες σου γιατί να φορτωθείς άλλη μία, καλύτερα είναι να προσπαθήσεις να γίνεις πιο εργασιομανής, βολικός, υποτακτικός εργαζόμενος, αν θέλεις νάρθει μια μέρα η ζωή να σου προσφέρει ένα ιδιόκτητο διαμερισματάκι στο Μπραχάμι για να στεγάσεις την κλονισμένη υγεία σου.

Ουφ...

24.4.07

Last station Larissa station


Προ ημερών ήταν η 40στη επέτειος της 21ης Απρίλη 1967. Ακουσα λίγα -διάβασα λιγότερα απο πέρσυ. Η χούντα δεν πουλάει αρκετά πιά. Το καλύτερο το άκουσα απο τον Γιώργο Χρονά στο ραδιόφωνο- μιλούσε για την πρωταγωνίστρια της ταινίας Ευδοκία του Δαμιανού. Μου άρεσε γιατί κι εγώ αυτή την αναμνηση έχω απο την επταετία – αυτή την ταινία, μια σχέση ελευθέρη και καταδικασμένη. Το μόνο που μπόρεσα να σκεφτώ , ήταν πως σ' εναν καλύτερο κόσμο οι έννοιες έρωτας και ελευθερία θα είναι ταυτόσημες, θα υπάρχει μιά λεξη και για τις δύο καταστάσεις.

........................

......................




Υπήρξε πρώτη κυρία της χώρας επί επτά έτη. Σήμερα ζει με τη σύνταξη χήρας στρατιώτη και την υποστήριξη θαυμαστή του συζύγου της, σε ένα ημιυπόγειο.

21.4.07

ΕΠΕΤΕΙΑΚΟ ΚΟΥΙΖ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΑΓΝΟΙΑΣ




Την Πέμπτη 13 Ιουλίου 1967 σε μια καλλιτεχνική βραδιά υπό την αιγίδα του Κεντρικού Ραδιοφωνικού Σταθμού Ενόπλων Δυνάμεων, στο κέντρο «Δειλινά» της Γλυφάδας τραγούδησαν, σε πρώτη εκτέλεση, τον Υμνο της δικτατορίας: «Μέσα στ' Απρίλη τη γιορτή, το μέλλον χτίζει η νιότη αγκαλιασμένη, δυνατή, μ' εργάτη, αγρότη, φοιτητή και πρώτο το στρατιώτη...».

...

29.3.07

ζήλεια


...
.....
....αγάπη χωρίς ζήλεια είναι φαγητό χωρίς αλάτι
............
.......................το πολύ αλάτι όμως βλάπτει

28.3.07

the most unbelievable video ever.

θυμίζει Λουκά Σαμαρά

27.3.07

Ο ΛΥΚΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΓΕΡΑΚΙ ( μια παραλλαγη σ' ενα γνωστο μυθο)


...


Μια φορά κι ένα καιρό ήταν μια όμορφη κυρά αρχόντισσα κι ένας γενναίος πολεμιστής. Τους έδενε μια αγάπη που όμοιά της δεν είχε δει ο κόσμος ίσαμε τότε. Τους χώριζε μια κατάρα που όμοιά της δεν είχε δει ο κόσμος ίσαμε τότε. Εκείνος μεταμορφωνόταν σε Λύκο σαν έπεφτε ο ήλιος κι εκείνη σε Γεράκι όταν ο ήλιος ανέτελλε.
Έτσι οι δυο αγαπημένοι δεν μπορούσαν ποτέ να συναντηθούν με ανθρώπινη μορφή, παρά μόνο εκείνες τις μαγικές στιγμές που το σκοτάδι της νύχτας έδινε τη θέση του στο φως της αυγής. Αυτή ήταν λοιπόν η μοίρα τους. Τη νύχτα ο Λύκος απελπισμένος να ουρλιάζει στο φεγγάρι, και τη μέρα με το βλέμμα στραμμένο στον ουρανό ν’ αναζητάει το περήφανο πέταγμα του Γερακιού. Αυτή τις νύχτες καβάλα στ’ άλογο ν’ ακολουθεί τον Λύκο στο μοναχικό του ταξίδι-για πού άραγε;-να χαϊδεύει το σκληρό τρίχωμα, να γιατρεύει τις πληγές του απ’ τις παγίδες όταν δεν προλαβαίνει να τον προστατέψει απ’ αυτές, ν’αναζητάει τρυφερότητα στο θολό άγριο βλέμμα και να περιμένει...Να περιμένει την Αυγή, που χαρίζοντάς της φτερά, θα πετάξει ψηλά, πολύ ψηλά, προσμένοντας την λύτρωση που ξέρει πως δεν θα 'ρθει.
Συναντήθηκαν και ξανασυναντήθηκαν σε επόμενες ζωές και εποχές, άλλοτε με άλλη μορφή, η κατάρα όμως πάντα τους κυνηγούσε…Εκείνη πάντα αναγνώριζε εκείνο το θολό άγριο βλέμμα, κι εκείνος το δικό της απέλπιδο πλατάγιασμα των φτερών προς την Ελευθερία.
Τους συνάντησα πολλές φορές, σε διάφορα μέρη. Βλέπετε η δική μου κατάρα είναι να τους παρακολουθώ και να καταγράφω τις πτυχές αυτής της δραματικής πορείας στην αιωνιότητα. Προσπάθησα πολλές φορές να λύσω τα μάγια, να τους γλυτώσω απ’ την κατάρα, αλλοίμονο χωρίς ποτέ να το καταφέρω.
Αν ήξερα τουλάχιστον πώς ν’ άρχισαν όλα....Ρώτησα παντού. Γέρους σοφούς και μάντεις τυφλούς. Κι όλο την ίδια απάντηση έπαιρνα…Αυτή η κατάρα νέε μου έχει τις ρίζες της βαθειά μες στους αιώνες…Στις πυραμίδες διέταξε να τον τυφλώσουν σαν τέλειωσε το χτίσιμο του Ναού του Ήλιου. Έπρεπε να μείνει το μυστικό καλά κρυμμένο…
Κι έπειτα αυτός στον Ευφράτη την ώρα που ‘λουζε τα μακριά μαλλιά της την έπνιξε, γιατί το πρόσωπό της έδειξε σε στρατηλάτη νέο κι όμορφο....τον Μεγαλέξανδρο. Κι όταν στο γύρισμα των καιρών ξανάσμιξαν, άλλη άντρας κι άλλος γυναίκα, σαν Δάσκαλο τον δέχτηκε και του ‘πλεινε τα πόδια....μα αλλοίμονο εξέχασε, στη Ρώμη τον παρέδωσε στους σταυρωτές του. Εκείνος δεν εξέχασε, δεν συγχώρεσε, μάγισσα στην Πυρά διέταξε να την κάψουν....Ο καρδινάλιος.
Έγιναν κι άλλα πολλά στο διάβα των αιώνων…δεν θέλω να θυμάμαι. Πόνος βαθύς, σπαράζει η ψυχή μου. Φύγε, ψάξε...Ο Σταυρός του Νότου σ' οδηγά.

Πιστός υπηρέτης τους ακολούθησα να τους φροντίζω. Και μια νύχτα, την ώρα που το ουρλιαχτό του Λύκου έσκιζε τον υγρό αέρα κι έκανε τα ζωντανά του Θεού να κρύβονται στις φωλιές τους τρομαγμένα, τη ρώτησα. Γιατί, Κυρά, τον Λύκο ακολουθείς χωρίς να μπορείς να τον αλλάξεις;
Τον Άνθρωπο ακολουθώ…Αυτόν θέλω ν’ αλλάξω, είπε, και σήκωσε το βλέμμα της στον ουρανό. Εκείνη την ώρα δεν κατάλαβα τι ήθελε να πει, κι αποκαμωμένος έγειρα να κοιμηθώ. Το πρωί την είδα να σκίζει τους αιθέρες με τα δυνατά της φτερά. Εκείνος, ζωσμένος την ανήμπορη οργή, κοίταγε περίλυπος τον ουρανό. Σέλωσε το άλογό του και σκεφτικός πήρε ξανά τον δρόμο, ξωπίσω της…Αφέντη, τόλμησα να ρωτήσω…Γιατί την ακολουθάς αφού δεν μπορείς να την αλλάξεις σε γυναίκα; Είδα το βλέμμα του να χάνεται στα σύννεφα και καθώς ακολουθούσε το πέταγμά της στον ουρανό, είπε: γυναίκα μόνο μαζί μου δεν μπορεί να 'ναι. Γίναν πολλά. Να συγχωρεί δεν ξέρει....
Έμεινα εκεί να κοιτώ μια τον Αφέντη μου και μια το Γεράκι, προσπαθώντας να βγάλω νόημα από τα λόγια τους…μάταιος κόπος. Σε λίγο θα ‘πεφτε το σκοτάδι, έπρεπε να ετοιμαστώ. Να βρω ασφαλές κατάλυμα για την αφέντρα μου που κουρασμένη από τις αναζητήσεις της στον ουρανό θα ‘θελε να ξαποστάσει.
Στο μεταξύ μες το μυαλό μου κλωθογύριζε η ίδια πάντα σκέψη. Τι να ‘ναι αυτό που τη μοίρα τους ορίζει, τι να 'ναι αυτό που απ’ την αρχή των χρόνων σμίγει άντρα και γυναίκα, και πάλι χώρια τους κρατά, μέχρι να τους ξαναενώσει. Ερμής και Αφροδίτη στο Σύμπαν πορεύονται μαζί και χωριστά, μα σαν το πλήρωμα του χρόνου φτάσει και πάλι θα ενωθούν εις σάρκα μίαν στον αιώνα τον άπαντα...Σαν μήτρα ζεστή και υγρή αυτή μου η σκέψη με παρηγόρησε, ενώ από μακριά το ουρλιαχτό του Λύκου έδειχνε πως για κυνήγι είχε βγει.
Θυμίαμα και προσευχή στον Άναρχο πολλές φορές έστειλα…Σε κύκλους και πεντάλφα τα στοιχειά της Φύσης κάλεσα, Δρυίδες μάγους παρακάλεσα…Μια αύρα θαλασσινή στο τέλος μού το ψιθύρισε.
Μόνο όταν ο ήλιος θα κρυφτεί πίσω απ' τη σκιά του φεγγαριού, μόνο τότε θα μπορέσουν για μια και μοναδική φορά να συναντηθούν με ανθρώπινη μορφή ο Λύκος και το Γεράκι. Έτσι κι έγινε. ‘Όταν η λάμψη του ήλιου έσβησε, στο απόκοσμο εκείνο φως, έσμιξαν για μια και μοναδική φορά οι δυο εραστές του αιώνιου χρόνου. Μα μόλις το φως του ήλιου ξεχύθηκε στην πλάση, έδωσε ξανά φτερά στην ιέρειά του και του την πήρε και πάλι, κι έμεινε εκείνος μόνος στη γη να παρακολουθεί το πέταγμά της προς τον αφέντη της…
Μα παππού, αυτό το παραμύθι δεν έχει ευτυχισμένο τέλος σαν τα άλλα που τα βράδια μας λες, είπαν τα παιδιά που τόσην ώρα υπομονετικά περίμεναν το τέλος του παραμυθιού.
Ίσως γιατι...ιστορία αληθινή μπορεί αυτή να 'ναι, είπα και χάιδεψα τρυφερά την γάτα που στην αγκαλιά μου καθότανε...Την καινούργια μου προστατευόμενη μου κι αφέντρα....